Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ 100 ΧΡΟΝΩΝ

…Σου ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά
και από κει να μοιράσεις δωρεάν
την ψυχή σου…
Οδ. Ελύτης

Δεν ανήκω στους πιστούς της εκκλησίας, ούτε συχνά εκκλησιάζομαι. Όμως ο γέροντας Ειρηναίος δηλώσας ότι παραιτείται από τον επισκοπικό θρόνο πριν μερικά χρόνια θα λειτουργούσε μια από τις τελευταίες του φορές σε εξωκλήσι στην Κίσσαμο Χανίων. Ο δρόμος με έφερε μέσα στο εκκλησάκι, στο ‘’κήρυγμα’’.
Μπαίνοντας στην εκκλησία, ένοιωσα αμέσως κάτι το μυστηριακό.
Όλο το εκκλησίασμα έψαλλε, μαζί με τον Επίσκοπο, σύψυχα, αυθόρμητα, με μια βαθιά μνήμη των προγονικών, των ιερών, των απαράγραπτων, των απαραβίαστων. Και ο ψιθυριστός ψαλμός, ανεβαίνοντας μαζί με το λιβάνι, ακουγόταν στα πέρατα.
Όταν τελείωσε η λειτουργία, ο σοφός γέροντας άρχισε να μιλά στο εκκλησίασμα. Όχι σαν ιεροκήρυκας, με λόγο στομφώδη, προστακτικό, κυριαρχικό, πατερναλιστικό. Αλλά σαν πατέρας, σαν φίλος. Με λόγια ψιθυριστά, παραινετικά, χωρίς να ‘’εξηγεί’’, να ‘’αποκαλύπτει’’, να ‘’μελλοντολογεί’’, να ‘’κηρύττει’’.
Τα λόγια του ήταν οραματικά, βιωματικά, έβγαιναν ‘’από μέσα’’.
Ήταν ολόκληρος μια τρεμάμενη φλογίτσα από ένα κερί που λιώνει. Χαμηλόφωνος, κεντρομόλος, εσωτερικόστροφος, υπαρξιακός , εξαυλωμένος. Ο λόγος του στεναγμός, λυγμός, μα και λεπίδα.
Αφανάτιστος αλλά στέρεος. Να γιατί τον λατρεύουν οι άνθρωποι στην Κρήτη. Όταν τον βρήκε το ‘’γήρας’’, παραιτούμενος από τον επισκοπικό θρόνο-χωρίς σύνταξη αφού πρόκειται για ισόβια θέση-επέστρεψε στο σκούφο του και στο τριμμένο ράσο. Στις μεγάλες του αγάπες δηλαδή. Εκεί κατοικεί ο Ειρηναίος. Στο λίγο, στο ελάχιστο, στο τίποτα. Δηλαδή στο παν. Δεν του ανήκει τίποτα, γι αυτό του ανήκουν τα πάντα. Ο Ειρηναίος δεν λέει το καλό, αλλά το πράττει. Γι αυτό είναι ταγός, ηγέτης, φάρος πνευματικότητας και στοχασμού, αποκούμπι ολόκληρης της Κρήτης.
Αν δεν αντιμετωπίσουμε την κόλαση που ζούμε, δεν υπάρχει παράδεισος, λέει οΕιρηναίος. Το οραματικό του κοινωνικό έργο (ΑΝΕΚ, ΕΤΑΝΑΠ, γηροκομείο Καστελίου, Ίδρυμα Αγ. Σοφία, κ.λ.π.) είναι τεράστιο.
Άνθρωπος ανοιχτών οριζόντων, ευφυής, πρωτοπόρος, ριζοσπάστης, ανήσυχος.
Ανοιχτός σε όλα τα ρεύματα σκέψης, γήινος, αγωνιστής και αγωνιώδης.
Όταν ο Ειρηναίος μιλά για τη γη, τα ζώα, το χωράφι, τα σπαρτά, τα λόγια του παίρνουν συμπαντική διάσταση, αγγίζουν την ουσία των πραγμάτων. Ένας θρησκευτικός ηγέτης αλλά και ένας κοινωνικός οραματιστής. Όταν σχεδιάζει, σε παρασύρει, σε εμπνέει. Ένας νέος 100 ετών. Η μορφή του ασκητική, εξαυλωμένη, δείχνει το δρόμο και την μέθοδο, πώς η ύλη γίνεται πνεύμα… Ένας φάρος που αναβοσβήνει και δείχνει το πέρασμα… Στις μέρες που ζούμε.
πυξιδα

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Τρίτη 30 Μαρτίου 2010

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

...Ωστόσο τα σπίτια συμμαζεύανε τους ανθρώπους των γύρω από το πασχαλινό τραπέζι και κάνανε την οικογενειακή μυσταγωγία: Ο παππούς, η γιαγιά, το αντρόγυνο, τα εγγονάκια, δισέγγονα πολλές φορές, κι ύστερα οι άλλοι. Οι συμπέθεροι, οι κουνιάδοι, οι σύντεκνοι, οι φαμέγιοι, οι φίλοι κι οι αδερφοχτοί, όλοι γύρω από το τραπέζι της γιορτής και της χαράς. Έτρωγαν το φαγητό με την αρχοντιά των Κρητικών εθίμων κι έπιναν το κρασί μ' ευχές κι εγκάρδιες συγκινήσεις: "Χρόνια πολλά, πατέρα!". "Να χαρείτε το στεφάνι σας παιδιά μου!". "Με το καλό να 'ρθουνε κι οι ξενιτεμένοι μας!", "Ο θεός να συγχωρέσει των αποθαμένων μας!!!".
Συχνά μαζί με το κρασί πίνανε και τα δάκρυα που κυλούσαν κρυφά από τα μάτια των, για εκείνους που λείπαν στον κάτω κόσμο και στην ξενιτιά...
Ειρηναίος Γαλανάκης: "Χρονιάρες Μέρες"
(Από το βιβλίο "Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη".

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΡΙΖΙΤΙΚΟ - ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Τα ριζίτικα τραγούδια εκφράζουν τα αισθήματα ολόκληρου του Κρητικού λαού, ολόκληρης της Κρήτης. Είναι λογοτεχνικά μνημεία που συνδυάζουν το ηρωικό και λυρικό περιεχόμενο με την στιχουργική τεχνική. Σύμφωνα με εκτιμήσεις παλαιότερων ερευνητών γεννήθηκαν τον 9ο μ.Χ. αιώνα, στις ρίζες των βουνών - κυρίως των Λευκών Ορέων - από όπου πήραν το όνομά τους και σιγά - σιγά εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο το νησί. Έχουν τη σφραγίδα της κρητικής γνησιότητας γιατί ταυτίστηκαν με την αδούλωτη και ευαίσθητη ψυχή του ορεσίβιου κρητικού. Αργότερα συνεχίστηκε, και συνεχίζεται ως σήμερα η δημιουργία ριζίτικων τραγουδιών που εξυμνούν τη φύση, τις επαναστάσεις, τους ηρωισμούς, τη θρησκεία, την οικογένεια, τον έρωτα κ.α.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

ΜΗΤΡΟΠOΛΙΤΗ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΓΑΛΑΝΑΚΗ:
ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ.
Ο Σεβασμιότατος Ειρηναίος (κατά κόσμον Μιχαήλ) Γαλανάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Νεροχώρι τ’ Αποκόρωνα, ένα τυπικό χωριό της Κρητικής Υπαίθρου, κι εβίωσε τον παραδοσιακό πολιτισμό της αγροτικής προβιομηχανικής κοινωνίας. Τον πολιτισμό αυτόν που γνώρισε, αναπλάθει αριστοτεχνικά με την πέννα του. Θυμάται και στοχάζεται. Στοχάζεται πως το «φέραν οι καιροί κι οι βουλισμένοι χρόνοι» και τα πάνω ήρθανε κάτω. Πως τα πολύβουα Κρητικά χωριά ρημάξανε, πως άλλαξε ριζικά ο τρόπος ζωής των λιγοστών κατοίκων τους, πως πάει να χαθεί οριστικά η λεβεντιά κι η ανθρωπιά, το φιλότιμο κι η περηφάνεια. Κι αγωνιά κι αγωνίζεται για το μέλλον του τόπου του κι ελπίζει πως κάτι μπορεί να σωθεί.
Οι εξελίξεις όμως είναι ραγδαίες, καταλυτικές, και πολύ φοβούμαι αναπότρεπτες. Έτσι, αγαπητέ αναγνώστη, «αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις…!». Οι κοινωνικές συνθήκες ανατράπηκαν εκ βάθρων. Αλλ’, αλήθεια, γιατί τόση καταβαράθρωση, γιατί τόσος «τσουρισμός» όλων των αξιών του παραδοσιακού αγροτικού βίου; Ο κύριος υπεύθυνος βρίσκεται όπως στις μαγικές εικόνες των παιδικών περιοδικών: - Μα, μόλις σας τον είπα…!
Είναι ο τουρισμός ή τσουρισμός, όπως τον λέει ο λαός μας με την αμίμητη λογοπαικτική του διάθεση. Είναι λυπηρό, μα δυστυχώς η σκληρή αλήθεια: « Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες / ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιασήριο / τώρα αποτσίγαρα πετάνε οι τουρίστες …», γιανά σταθώ μόνο σε μια στροφή (που μιλεί για ιεροσυλία) του μελαγχολικού τραγουδιού σε στίχους του Ν. Γκάτσου.
«Κρατήστε, παιδιά μου, την ιερή κληρονομιά της Κρήτης. Στους ώμους σας, στο μυαλό σας και στην καρδιά σας κρατήστε το χρέος της Κρήτης» είναι η αγωνιώδης πατρική έκκληση του Σεβασμιώτατου (σελ. 56). Θα συμπλήρωνα, για όλα εκείνα που «ανεπαισθήτως» αφήκαμε να χαθούν, με τον βροντώδη σικελιανικό λόγο: «Ομπρός βοηθάτε να σηκωσουμε τον ήλιο… να τόνε βγάλουμε από την λάσπη..».
     Μιλήσαμε παραπάνω για τον τρόπο τον αριστοτεχνικό που ο χαρισματικός Δεσπότης χειρίζεται τον λόγο. Είναι ο γνώριμός μας από το προηγούμενο σημαδιακό βιβλίο του: «Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη, Αθήναι 1969» κι άλλα σποραδικά δημοσιεύματά του [6], με τα οποία επάξια απέκτησε «ένα στασίδι στην εκκλησιά της Κρητικής λαογραφίας [7]» (γιανά παραφράσω μιαν έκφραση θυμόσοφου λαϊκού βάρδου [= Γ. Μπιθικώτσης, «Τα Νέα», 3-10-1987, σελ. 23]), πλάι στον Γιάνναρη και στον Βλαστό, στον Καλαϊσάκη και στον Κριάρη.
Ο λόγος του απέριττος, χωρίς εκζητήσεις γλωσσικές, ανεπιτήδευτος, μιλεί κατευθείαν στην καρδιά του αναγνώστη. Συνταιριάζει καίρια το βιβλικό ρητό με τον δημώδη στίχο (του ριζίτικου τραγουδιού) και το λόγιο απόφθεγμα με το λαϊκό γνωμικό. Έτσι, μας χαρίζει μικρά γλαφυρά αριστουργήματα, χωρίς ίχνος θρησκευτικής διαστροφής (δηλαδή θρησκοληψίας), πράγμα άλλωστε που το παρατηρούμε και σε καθαρά θεολογικά κείμενά του. Από τα χείλη του αναβλύζει πηγαίος ο λόγος ο Ελληνικός, που ώρες – ώρες γίνεται ποιητικός κι ένας σφιχτοδεμένος δεκαπεντασύλλαβος έρχεται να χαϊδέψει την ακοή μας: «γεροντικές αθιβολές και γνωστικές κουβέντες» (σελ 76).
Πόσο, αλήθεια, βαθιά μέσα του είναι ριζωμένη η παράδοση γιανά μας μιλεί έτσι…!
Κι αυτήν την παράδοση όπου πάει την κουβαλεί, φορτίο βαρύ και πολύτιμο. Στη μακρινή Αυστραλία, λόγου χάρη, όπου στα 1976 βρέθηκε, τραγούδησε μια γνωστή Κρητική μαντινάδα σ’ ένα Κρητικό σπίτι μπροστά στον Νέστορα των Γραμμάτων μας Ιωάννη Θ. Κακριδή, ο οποίος βρήκε καλή αφορμή για να γράψει ύστερα μια σχετική συγκριτική μελέτη.
Ο λόγος του ο Ελληνικός…. ! Είναι το νερό από το «Καβουσάκι» του, που έρχεται κρυστάλλινο να δροσίσει όλους τους διψασμένους για σωστή Ελληνική λαλιά…
«Και βέβαια δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι άγγελοι στον Παράδεισο μιλούν Ελληνικά». Αλλά τι Ελληνικά; Και βέβαια εγώ δεν έχω καμιά αμφιβολία πως μιλούν τη γλώσσα του Ειρηναίου του Κρητικού…
Ξέρετε κάτι, φίλοι μου; Αν οι φωστήρες της τρισαθλίας Παιδείας μας ήταν άλλοι, κείμενα σαν το «Το Κονοστάσι του Χωριού μου» (σελ 68-70) θα τα βάζανε στ’ Αναγνωστικά του Σχολειού. Έλα όμως που δεν είναι άλλοι, παρά είναι οι ίδιοι. Και θα ‘ναι και στον αιώνα τον άπαντα: άνθρωποι στεγνοί, γραφειοκράτες στυγνοί, επιστήμονες της πολυθρόνας. Γι’ αυτό, αγαπητοί συμπατριώτες, πάρτε την υπόθεση στα χέρια σας: Κλείστε τον «καραγκιόζη της τηλεόρασης» και χαμηλόφωνα διαβάστε «Το Κονοστάσι», τα «Καλά Χριστούγεννα» και λοιπά διαμάντια του μικρού βιβλίου, στα παιδιά σας. Να ‘στε σίγουροι πως θα ‘ναι το καλύτερο μάθημα της χρονιάς τους! Στις ψυχές σας, γονιών και παιδιών, ένα γλυκό βάλσαμο θα ενσταλαχθεί, προρχόμενο από «αθιβολές γεροντικές και κουβέντες γνωστικές» (γιανά δώσω και την κρυφή διάσταση της εσωτερικής ρίμας, που ‘χει η σοφή δεσποτική κουβέντα).
Ή, πάλι, στείλτε δώρο το βιβλίο σ’ απόδημους συγγενείς και φίλους, εκεί στην ξενητειά, που βγάζουν κι «έχουν ψωμί, μα τους λείπει η γλύκα του ψωμιού» («Ο Χριστός κλπ», σελ. 108). Να θυμάστε: Όσοι από μας βρισκόμαστε στα ξένα ή στις μεγάλες άψυχες πολιτείες του τόπου μας, κάθε Λαμπροχριστούγεννα ο λόγος του ποιητή εκφράζει τα πικρά μας συναισθήματα:
«Πλούσια Πόλη! Δεν ξεχνώ, όσα κι αν δω
Χριστουγενιάτικα δεντρά στις εορτές σου,
Πως, τα Χριστούγεννα, γλεντούν στ’ αγνό χωριό,
Πως λέει ο νιος στην κοπελιά: - … και στις χαρές σου!».
Κι ο Ειρηναίος, ο Κρητικός Χριστιανός, με τον λόγο του θα μας γλυκαίνει τον πόνο και θα ειρηνεύει τις τρικυμισμένες ψυχές μας…..
Έρρωσο, Δεσπότη Άξιε…. !

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης
«Χανιώτικα Νέα», 20 - 4 – 1991

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

ΚΡΗΤΙΚΟΣ=ΑΝΘΡΩΠΙΑ


"Το ξέρω πως η Κρήτη είναι ένα νησί και σίγουρα δεν είναι ο ομφάλιος λώρος της γης. Ο κόσμος είναι πολύ πιο μεγάλος από την Κρήτη και ο Θεός δεν νοιάζεται μόνο για τους Κρητικούς. Όμως σιγά- σιγά, με τους καιρούς, η Κρήτη από νησί έγινε σημαία, σύμβολο. Μια σημαία που έχει πάνω της τον Σταυρό και την ανθρωπιά. Και η σημαία αυτή δεν απλώνεται μόνο στη Κρήτη παρά σε όλη την ανθρωπότητα.
 Γιατί η κληρονομιά των παππούδων μας δεν ήταν μόνο τα σόχωρα και τα νοικοκυριά. Ήταν επίσης οι ευχές και τα εθίματα, η τιμή και ο λόγος, η πίστη και το φιλότιμο, η φρονιμάδα και η ντροπή, η ντομπροσύνη και η παλικαριά, η φιλοξενία και το σπλάχνος, όλα ετούτα τα ιερά και μεγάλα που ο Κρητικός τα λέει με μια ξεχωριστή και βαρυσήμαντη λέξη: Ανθρωπιά!"

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΨΥΧΩΝ

Όποιος αντίκρισε μια φορά το ιδανικό,όποιος φωτίστηκε από το φως κάποιου άλλου κόσμου,όποιος έβαλε στο ένα του χέρι τη στιγμή και στ' άλλο την αιωνιότητα,όποιος κλείνει μέσα του τη δύναμη του Δημιουργού και βλέπει πως η ομορφιά της δικής του ψυχής είναι αρκετή για να σκεπάσει όλη την ασχήμια της ζωής αυτής,όποιος νοιώθει πως είναι απεσταλμένος δε μπορεί να σωπάσει.Σημαδεύει καλά το σκοπό του,ακολουθεί πιστά την τροχιά του και περνά σαν άγνωστος διαβάτης από τη χώρα των ανθρώπων.Είναι ένας παράξενος ζητιάνος κι αδιάκοπα κτυπά τις πόρτες των ανθρώπων μα για να δώσει κι όχι για ζητήσει.Σέρνει τη μεγάλη ψυχή του και διαβαίνει κοιτάζοντας ν' ανεβάσει και τους άλλους ώς το δικό του ύψος.

Ο Μονογενής και Λόγος του Θεού, Εκείνος είναι «ο ποιητής ουρανού και γης ορατών τε πάντων και αοράτων». Εκείνος είναι ο καλλιτέχνης και ο Ζωγράφος που Ζωγράφισε και καλλιτέχνησε την προσωπικότητα του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν του». Εκείνος είναι που έπλασε αθάνατο τον άνθρωπο. Κι όσοι κοινωνούνε από το Αίμα και το πνεύμα Του δημιουργούνε αθάνατα έργα κι ίδιοι μπαίνουνε στη δική του αθανασία.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΤΑΞΙΜΟ

Στα σχολεία Αλικιανού -  Χανίων είχα εργαστεί περίπου 8 χρόνια ως λαϊκός Καθηγητής. Είχα γνωρισθεί με τον εκπαιδευτικό κόσμο και οι σχέσεις μου με τους συναδέλφους καθηγητές ήταν πολύ καλές. Τους τιμούσα και με τιμούσαν. Αλλά όταν με είδαν με το ράσο οι συνάδελφοι του πρώτου Γυμνασίου, άλλοι σοβαρά κι άλλοι αστεία, μου είπαν ότι είχα κάνει κάποιο λάθος. Ο Γυμνασιάρχης, μακαριστός τώρα Σ. Ξυδάκης με πέρασε στο Γραφείο του και μου είπε δήθεν φιλικά: «Τώρα που είναι νωρίς ακόμα βγάλε το ράσο...».
Δεν μπορώ να πω ότι με κλονίσανε αυτές οι κριτικές των συναδέλφων, ξανάφεραν όμως ζωηρά στη ψυχή μου το πρόβλημα που είπα προηγουμένως: Εκκλησία και Διανόηση στην Ελλάδα. Γιατί, σκεπτόμουνα, οι μορφωμένοι άνθρωποι της χώρας μου να έχουν τόσο μεγάλη «προκατάληψη» εναντίον του θεσμού και των προσώπων της Εκκλησίας μας;

ΦΩΤΟ: 15-Φεβρουαρίου-1954 ο πρώτος από αριστερά ο Ιερέας Μαραγκουδάκης Δημήτριος  που λειτουργεί σήμερα στον Ιερό ναό της Αγ. Ελεούσας στην Καλλιθέα, μαζί με τον σεβασμιότατο και άλλους μαθητές ...ίσως στην Γωνιά!

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

15 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1935

Η δεκαετία 1930-1940, που βρέθηκα στην Αθήνα για τις θεολογικές μου σπουδές, ήταν μια εποχή μεγάλων ιδεολογικών ρευμάτων και ζυμώσεων: Μαρξισμός, Σοσιαλισμός, Καπιταλισμός, Φασισμός. Ιδεολόγοι και αργόσχολοι, φοιτητές, διανοούμενοι εργάτες, συζητούσαν με πάθος τις ιδεολογίες αυτές, έβγαζαν προγράμματα και μανιφέστα κι έκαναν απεργίες και συγκρούσεις. Εγώ δεν είχα πολύ καιρό γι’ αυτές τις συζητήσεις, γιατί εργαζόμουν για να σπουδάσω, το πρόβλημα όμως της κοινωνικής Δικαιοσύνης με απασχολούσε, κι αυτά που έβλεπα τριγύρω μου προκαλούσαν την χριστιανική μου συνείδηση.
Έτσι στο φοιτητικό μου Ημερολόγιο, 15 Ιανουαρίου 1935, έγραφα: Τα μάτια μου είδαν σήμερα μια εικόνα, που με πλήγωσε βαθιά. Στο πεζοδρόμιο της Εθνικής Βιβλιοθήκης (οδ. Ιπποκράτη), καθόταν μια φτωχή μητέρα με δύο παιδιά και ζητούσε ελεημοσύνη από τους διαβάτες. Ήταν η 6η απογευματινή ώρα και το κρύο ήταν τσουχτερό και ανυπόφορο. Η μάνα φορούσε φτωχικά κουρελιασμένα ρούχα και τα παιδιά ήταν ξυπόλυτα κι έτρεμαν από την παγωνιά.