Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ

Γράμμα από τον Γέροντα Επίσκοπο Ειρηναίο… προς τους ιεροσπουδαστές της εκκλησιαστής σχολής Κρήτης το 1953

Αγαπημένα μου παιδιά,

Λίγες ημέρες ύστερα από το κλείσιμο της Σχολής μας, τον περασμένον Ιούνιον, γύρισα πάλι σ’ αυτήν ένα βράδυ να τακτοποιήσω μια εργασία μου. Και καταλαβαίνετε τώρα ποια ήταν η ταραχή και η θλίψη μου, όταν βρέθηκα σ’ αυτόν τον αγαπημένο μας τόπο, σ’ αυτή την πνευματική μας φωλιά , που τα μικρά και τα μεγάλα της πουλιά είχαν πετάξει και ήταν άδεια ή και πένθιμη.
Κανένα βήμα ,κανένα τρέξιμο παιδιού δεν ακουγόταν στην αυλή του Ωραίου μας Μοναστηριού, κανείς θόρυβος δεν ερχόταν από το γήπεδο  των παιγνιδιών σας και ακόμη πλειότερα  αναζητούσε κανείς από τις τάξεις σας τις φωνές των ύμνων και των τραγουδιών του Θεού που τόσο όλοι μας τα έχουμε συνηθίσει.
Μα η θλίψη μου αυτή έγινε συγκίνηση και αληθινοί οδύνη, όταν το πρωί της άλλης, τακτοποιώντας το γραφείο μου, εύρισκα ........
....... τόσα πράγματα που μου θύμιζαν τη ζωή και το μόχθο μας σ’ αυτόν τον τόπο.  Εδώ ένα κομμάτι χαρτί μου ‘δειχνε το σχέδιο μιας εργασίας σας, εκεί ένα ανθάκι ξηρό, που μου το φέρατε ποιος ξέρει πότε, μου θύμιζε την αγάπη σας κι ακόμα δυο τρία σημειώματα πρόχειρα, που τα κρύψανε μερικοί από σας χωρίς εγώ να το ξέρω ανάμεσα στα βιβλία μου σε κείνες τις αξέχαστες στιγμές του χωρισμού μας, μιλούσαν τόσο εγκάρδια και συγκινητικά για τα αισθήματά μας. Έκλαψα τότε πολύ, αγαπημένα μου παιδιά, το ίδιο κλαίω και σήμερα που σας γράφω τις γραμμές αυτές από κάποιο βουνίσιο τόπο.

Ω Θεέ μου! Τι θα κάνομε λοιπόν αυτήν την απέραντη δύναμη που έβαλες στην καρδιά μας; Πού θα σκορπίσωμεν αυτή την δύναμη φλόγα που καίει και απειλεί το στήθος μας, αν δεν την κάνομε συγκίνηση, στοχασμό, όνειρο, στοργή, δάκρυ και πόνο και πάλη και αγωνιά και νίκη για όλα τα Άγια πράγματα που Συ ο ίδιος έκαμες στην απέραντη δημιουργία Σου και μέσα στην ωραία καρδιά του ανθρώπου.
Ω! άφησε, Θεέ μου τις μεγάλες και ανήσυχες καρδιές, αυτά τα πλειό παράξενα αριστουργήματα μέσα σ’ όλη την Πλάση Σου, άφησέ τις να αγαπούν και να πονούν, άφησέ τις να σκιρτούν και να σπαράσσουν, γιατί χωρίς αυτές ο κόσμος ολόκληρος θα’ ταν πολύ βουβός και οι ίδιες θα αφανιζότανε μέσα στη δική των την δύναμη. Κι άφησε και σε μένα την αγάπη των παιδιών αυτών, που για το μεγάλωμα και για το καλό των κι η δική μου καρδιά δεν έχει μικρότερο πόνο από την οδύνη εκείνων που τα γέννησαν με την σάρκα των.
Μα τι ξεκίνησα πάλι να σας γραφώ, αγαπημένα μου παιδιά. Μόνο για τα δάκρυα μου. Α! Όχι. Ξέρω να κλαίω, μα ξέρω και να σκουπίσω τα δάκρυα μου. Γιατί όποιος δεν ξέρει να σκουπίζει τα δάκρυα του, δεν πρέπει ούτε να κλαίει.
Ο Θεός δεν αγαπά κείνους που κλαψουρίζουν χωρίς δύναμη. Ε, λοιπόν. Οι πρώτες εκθεσούλες του θερινού Ιεραποστολικού σας έργου με γεμίζουν χαρά και συγκίνηση και αφού σας συνεπήρε τούτος ο ωραίος ενθουσιασμός να μιλήτε για το Θεό, ήθελα άλλη μια φορά να σας υπενθυμίσω τούτα τα αθάνατα λόγια, με τα οποία ο Ευαγγελιστής Ματθαίος κλείνει και τελειώνει το Ευαγγέλιον του: «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα Έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Όλα τα λόγια που μίλησε ο Χριστός είναι ζωή και αλήθεια μα ξεχωριστά μερικά από εκείνα τα αιώνια ρήματα Του που ειπώθηκαν σε ξεχωριστές στιγμές της επίγειας ζωής Του, έχουνε μια ιδιαίτερη γοητεία και προκαλούνε στη ψυχή μας όχι μόνο στοχασμούς μα και ωραίες γλυκές συγκινήσεις. Και τα λόγια αυτά, όπως τα θέτει ο Άγιος Ματθαίος σαν στερνό παράγγελμα στον τελευταίο αποχαιρετιστήριο λόγο του Θειου Διδασκάλου στην Ανάληψη Του, παίρνουν τη δύναμη, την τρυφερότητα αλλά και την μελαγχολία των λόγων, που ‘χουνε όλοι οι μεγάλοι και άγιοι χωρισμοί για την ανθρώπινη καρδιά.
Ένας που αγάπησε τον κόσμο κι άφησε το Σταυρό Του μαρτυρικό δακτυλίδι της αιώνιας αγάπης Του, φεύγει για το δικό του ουράνιο κόσμο και στο ωραίο κύκνειο άσμα του χωρισμού Του, αφήνει σε κείνους που τον ένοιωσαν και τον αγάπησαν περισσότερο αυτή την εντολή της μαθητείας του κόσμου.
Μια εντολή που θα αντηχεί σαν ωραίος γλυκός αντίλαλος στα διαστήματα των τόπων και των αιώνιων και καλεί όλες τις ωραίες ψυχές να την ακούν και να την επαναλαμβάνουν.
Είναι το τελευταίοι θέλημα του μοναδικού Αγαπημένου μας του Αιώνιου Μνηστήρα της ψυχής μας και το κρατούμε με όλο τον ωραίο πόνο του χωρισμού Του, αλλά και μ’ όλη την δύναμη και την υπόσχεση της αφοσίωσης μας σε Κείνον.
Στο όνομα της εντολής αυτής ξεκίνησαν οι ψαράδες της Γαλιλαίας και όλοι εκείνοι που κάτω από τη Σημαία του Σταυρού Του μιλήσανε και πράξανε το μεγάλο και το τέλειο πάνω στη γη.
Και θέλω, αγαπημένα μου παιδιά, να ξεκινήσετε και σεις στο όνομα της εντολής αυτής.
Λογιάστε για μια στιγμή πως ανάμεσα στην καρδιά σας και στον Χριστό δεν μπαίνουν οι είκοσι αιώνες της Ιστορίας της Θρησκείας Του και λογιάστε ακόμη πως σε κείνη την τελευταία λειτουργία, που κάναμε φέτος στην ωραία μεγάλη Εκκλησιά της Σχολής μας, στήθηκε ο ίδιος ο Χριστός και μας μίλησε τα λόγια Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε...».
Νοιώσετέ το έτσι στην καρδιά σας, όχι πως σας είπε κανείς τα λόγια αυτά, όχι πως τα διαβάσατε σε κανένα χαρτί, αλλά πως στήθηκε ο ίδιος ο Χριστός και σας είπε με κείνο τον ωραίο τόνο της φωνής Του που δεν απαιτεί, που δεν υποχρεώνει, που δεν μαλώνει, μα σκλαβώνει ωστόσο τη θέλησή μας, τη θέληση όλων των εξευγενισμένων καρδιών και την δένει μαζί Του.
Πηγαίνετε στον κόσμο να κηρύξετε το Θεό, πηγαίνετε στον κόσμο να ξαναφέρετε το Θεό, τον διωγμένο Θεό, τον ξορισμένο Θεό.
Αν απορείτε για τα λόγια μου αυτά σάς εξηγούμαι αμέσως.
Υπάρχει στον κόσμο αυτό, κάποιος που πολεμά αδιάκοπα το Θεό και κατορθώνει να βάζει τους ανθρώπους στα σχέδια και στους σκοπούς του.
Έτσι, λίγο ύστερα από την πλάση  και την δημιουργία του κόσμου οι άνθρωποι ξέχασαν το Θεό.
Υστέρα, όταν ο Θεός ξανάλθε στον κόσμο, οι άνθρωποι τον εσταύρωσαν.
Επειδή όμως με το σταυρό ο Θεός ξαναπαίρνει στα χέρια Του τον κόσμο, ο μεγάλος εχθρός Του, ο σατανάς, έβαλε επάνω στους ανθρώπους να τον διώξουν και να Τον ξορίσουν έξω από το κόσμο.
Και το σχέδιο τούτο πέτυχε πάνω κάτω, γιατί χρονιά τώρα οι άνθρωποι λένε στον Θεό: Κύριε Θεέ, να καθίσεις  πάνω στους Ουρανούς Σου και μείς θα Σου στέλνομε εκεί τις προσευχές και τα θαυμιάματά μας.

Σε τούτη δω την γη, που ‘ναι γεμάτη με αμαρτίες και λάσπη, να μην ανακατεύεται καθόλου η αγιότητά Σου, κι άφησε να την ορίζομε και να την κυβερνούμε μεις.

Αλλά πάλι αν θέλεις να ‘ρχεσαι πότε πότε και εδώ κάτω για να περνάς την ώρα Σου, εμείς θα Σου βρίσκομε ένα κατάλληλο και σοβαρό τόπο.
Ένα νεκροταφείο π.χ. μια ξωτική σπηλιά μια απόμερη ερημιά και αλλά παρόμοια είναι κατάλληλα και σοβαροί τόποι για τα γερατειά και την Αγιότητά Σου.
Τα άλλα, οι πολιτείες, τα χωριά, τα εργοστάσια, τα σχολεία, τα παλάτια, τα βουλευτήρια, τα θέατρα, τα στάδια, δεν είναι σοβαροί Τόποι και άφησέ τα σε μας να τα ορίζομε.
Έτσι συμβουλευτήκαν οι άνθρωποι και έτσι έπραξαν. Έδιωξαν τον Θεό από το κόσμο αυτό, από τη ζωή αυτή.
Το ξόρισαν στις άγονες ερημιές και πάνω ψηλά στα σύννεφα για να του στέλνουν εκεί νωθρές προσευχές, τις βλαστήμιες και τις μούντζες των και να αφήσουν εδώ κάτω άρχοντα και κυβερνήτη τον εγωισμό, την τρέλα, το συμφέρον, την πονηριά και την σκληράδα των τον ίδιο τον Σατανά.
Να πιο είναι το αμάρτημα και το έγκλημα του σύγχρονου ανθρώπου: το έγκλημα της αποκοπής και της ορφάνιας του κόσμου από το Θεό. Το έγκλημα της εξορίας του Θεού μακριά από τον παλμό της ζωής αυτής.
Ένα έγκλημα για το οποίον εργαστήκανε όχι μονό οι εχθροί του αλλά και οι φίλοι Του, χωρίς ίσως να το καταλάβουνε και οι ίδιοι.
Ε, λοιπόν. Αυτόν τον ξορισμένο και διωγμένο Θεό, πηγαίνετε να κηρύξετε στο κόσμο, αγαπημένα μου παιδιά.
Αυτόν τον λησμονημένο και συκοφαντημένο τόσο πολύ στην εποχή μας Θεό, σταθείτε να τον υπερασπιστείτε. Μιλήστε για τα δικαιώματα του Αιώνιου, για τη «Βασιλεία του» πάνω στην γη αυτή. Ξαναβάλετε τη σημαία της ζωής στο δυνατό χέρι του Θεού, εκεί που οι άνθρωποι συνηθίσανε να βλέπουνε μόνο το πένθιμο δρεπάνι του θανάτου.
Αναστήσετε τον Θεό από τα μνήματα που τον έχουν θάψει οι τυπολατρίες και η δειλία όλων μας και φέρετέ τον στο Φως, στη ζωή, στη δημιουργία τη δική Του και στη δημιουργία των παιδιών Του, για να γνωρίσουμε όλα τη χάρη και τη λύτρωση Του. Γιατί στο Θεό δεν ανήκουνε μόνο τα «υπερπέραν» και τα «αόρατα», ο θάνατος, τα μνήματα κι οι ερημιές, αλλά στο Θεό ανήκει επίσης η γη «και το πλήρωμα αυτής».
Γιατί λοιπόν να παίρνομε από Εκείνο τα δικαιώματα της εξουσίας Του πάνω σ’  όλα αυτά και να τα δίνομε στο διάβολο;
Πως συμβαίνει έτσι, ώστε να πιστεύομε στο Θεό και να κυβερνούμαστε από το σατανά; Πως γίνεται έτσι, ώστε ο Σταυρός να στέκει ακόμη ματωμένος πάνω στο πρόσωπο της Γης και οι δυνάμεις του κακού να’ χουνε στα χέρια των τη μοίρα του Κόσμου;
Μα είναι καιρός νομίζω που ο Θεός πρέπει να δώσει τη μάχη Του για να κατακτήσει άλλη μια φορά τον κόσμον κι είμαστε μεις που θα κρατήσομε τώρα το σπαθί και τη σημαία Του. Πρέπει να ανοίξομε το δρόμο του Θεού πάνω στη Γη.
Πρέπει να φωνάξομε τούτο το Σύνθημα: ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ. Μιλήστε σαν Προφήτες του παλιού καιρού. Μιλήστε με τη φωνή του κεραυνού, με την κραυγή του λιονταριού κι όπου χρειάζεται με τη φωνή τ’ αρνιού και το ρυθμό της λύρας. Ξεσηκώστε τις σκλάβες ψυχές κι αρματώστε τις για τον Αγώνα του Θεού. Στηθείτε και δείξετε στους ανθρώπους το δρόμο του Θεού. ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΑΣ «πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».

Ιούλιος 1953
Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πρ. Κισσάμου & Σελίνου Ειρηναίος Γαλανάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου