Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

ΜΗΤΡΟΠOΛΙΤΗ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΓΑΛΑΝΑΚΗ:
ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ.
Ο Σεβασμιότατος Ειρηναίος (κατά κόσμον Μιχαήλ) Γαλανάκης γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Νεροχώρι τ’ Αποκόρωνα, ένα τυπικό χωριό της Κρητικής Υπαίθρου, κι εβίωσε τον παραδοσιακό πολιτισμό της αγροτικής προβιομηχανικής κοινωνίας. Τον πολιτισμό αυτόν που γνώρισε, αναπλάθει αριστοτεχνικά με την πέννα του. Θυμάται και στοχάζεται. Στοχάζεται πως το «φέραν οι καιροί κι οι βουλισμένοι χρόνοι» και τα πάνω ήρθανε κάτω. Πως τα πολύβουα Κρητικά χωριά ρημάξανε, πως άλλαξε ριζικά ο τρόπος ζωής των λιγοστών κατοίκων τους, πως πάει να χαθεί οριστικά η λεβεντιά κι η ανθρωπιά, το φιλότιμο κι η περηφάνεια. Κι αγωνιά κι αγωνίζεται για το μέλλον του τόπου του κι ελπίζει πως κάτι μπορεί να σωθεί.
Οι εξελίξεις όμως είναι ραγδαίες, καταλυτικές, και πολύ φοβούμαι αναπότρεπτες. Έτσι, αγαπητέ αναγνώστη, «αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις…!». Οι κοινωνικές συνθήκες ανατράπηκαν εκ βάθρων. Αλλ’, αλήθεια, γιατί τόση καταβαράθρωση, γιατί τόσος «τσουρισμός» όλων των αξιών του παραδοσιακού αγροτικού βίου; Ο κύριος υπεύθυνος βρίσκεται όπως στις μαγικές εικόνες των παιδικών περιοδικών: - Μα, μόλις σας τον είπα…!
Είναι ο τουρισμός ή τσουρισμός, όπως τον λέει ο λαός μας με την αμίμητη λογοπαικτική του διάθεση. Είναι λυπηρό, μα δυστυχώς η σκληρή αλήθεια: « Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες / ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιασήριο / τώρα αποτσίγαρα πετάνε οι τουρίστες …», γιανά σταθώ μόνο σε μια στροφή (που μιλεί για ιεροσυλία) του μελαγχολικού τραγουδιού σε στίχους του Ν. Γκάτσου.
«Κρατήστε, παιδιά μου, την ιερή κληρονομιά της Κρήτης. Στους ώμους σας, στο μυαλό σας και στην καρδιά σας κρατήστε το χρέος της Κρήτης» είναι η αγωνιώδης πατρική έκκληση του Σεβασμιώτατου (σελ. 56). Θα συμπλήρωνα, για όλα εκείνα που «ανεπαισθήτως» αφήκαμε να χαθούν, με τον βροντώδη σικελιανικό λόγο: «Ομπρός βοηθάτε να σηκωσουμε τον ήλιο… να τόνε βγάλουμε από την λάσπη..».
     Μιλήσαμε παραπάνω για τον τρόπο τον αριστοτεχνικό που ο χαρισματικός Δεσπότης χειρίζεται τον λόγο. Είναι ο γνώριμός μας από το προηγούμενο σημαδιακό βιβλίο του: «Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη, Αθήναι 1969» κι άλλα σποραδικά δημοσιεύματά του [6], με τα οποία επάξια απέκτησε «ένα στασίδι στην εκκλησιά της Κρητικής λαογραφίας [7]» (γιανά παραφράσω μιαν έκφραση θυμόσοφου λαϊκού βάρδου [= Γ. Μπιθικώτσης, «Τα Νέα», 3-10-1987, σελ. 23]), πλάι στον Γιάνναρη και στον Βλαστό, στον Καλαϊσάκη και στον Κριάρη.
Ο λόγος του απέριττος, χωρίς εκζητήσεις γλωσσικές, ανεπιτήδευτος, μιλεί κατευθείαν στην καρδιά του αναγνώστη. Συνταιριάζει καίρια το βιβλικό ρητό με τον δημώδη στίχο (του ριζίτικου τραγουδιού) και το λόγιο απόφθεγμα με το λαϊκό γνωμικό. Έτσι, μας χαρίζει μικρά γλαφυρά αριστουργήματα, χωρίς ίχνος θρησκευτικής διαστροφής (δηλαδή θρησκοληψίας), πράγμα άλλωστε που το παρατηρούμε και σε καθαρά θεολογικά κείμενά του. Από τα χείλη του αναβλύζει πηγαίος ο λόγος ο Ελληνικός, που ώρες – ώρες γίνεται ποιητικός κι ένας σφιχτοδεμένος δεκαπεντασύλλαβος έρχεται να χαϊδέψει την ακοή μας: «γεροντικές αθιβολές και γνωστικές κουβέντες» (σελ 76).
Πόσο, αλήθεια, βαθιά μέσα του είναι ριζωμένη η παράδοση γιανά μας μιλεί έτσι…!
Κι αυτήν την παράδοση όπου πάει την κουβαλεί, φορτίο βαρύ και πολύτιμο. Στη μακρινή Αυστραλία, λόγου χάρη, όπου στα 1976 βρέθηκε, τραγούδησε μια γνωστή Κρητική μαντινάδα σ’ ένα Κρητικό σπίτι μπροστά στον Νέστορα των Γραμμάτων μας Ιωάννη Θ. Κακριδή, ο οποίος βρήκε καλή αφορμή για να γράψει ύστερα μια σχετική συγκριτική μελέτη.
Ο λόγος του ο Ελληνικός…. ! Είναι το νερό από το «Καβουσάκι» του, που έρχεται κρυστάλλινο να δροσίσει όλους τους διψασμένους για σωστή Ελληνική λαλιά…
«Και βέβαια δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι άγγελοι στον Παράδεισο μιλούν Ελληνικά». Αλλά τι Ελληνικά; Και βέβαια εγώ δεν έχω καμιά αμφιβολία πως μιλούν τη γλώσσα του Ειρηναίου του Κρητικού…
Ξέρετε κάτι, φίλοι μου; Αν οι φωστήρες της τρισαθλίας Παιδείας μας ήταν άλλοι, κείμενα σαν το «Το Κονοστάσι του Χωριού μου» (σελ 68-70) θα τα βάζανε στ’ Αναγνωστικά του Σχολειού. Έλα όμως που δεν είναι άλλοι, παρά είναι οι ίδιοι. Και θα ‘ναι και στον αιώνα τον άπαντα: άνθρωποι στεγνοί, γραφειοκράτες στυγνοί, επιστήμονες της πολυθρόνας. Γι’ αυτό, αγαπητοί συμπατριώτες, πάρτε την υπόθεση στα χέρια σας: Κλείστε τον «καραγκιόζη της τηλεόρασης» και χαμηλόφωνα διαβάστε «Το Κονοστάσι», τα «Καλά Χριστούγεννα» και λοιπά διαμάντια του μικρού βιβλίου, στα παιδιά σας. Να ‘στε σίγουροι πως θα ‘ναι το καλύτερο μάθημα της χρονιάς τους! Στις ψυχές σας, γονιών και παιδιών, ένα γλυκό βάλσαμο θα ενσταλαχθεί, προρχόμενο από «αθιβολές γεροντικές και κουβέντες γνωστικές» (γιανά δώσω και την κρυφή διάσταση της εσωτερικής ρίμας, που ‘χει η σοφή δεσποτική κουβέντα).
Ή, πάλι, στείλτε δώρο το βιβλίο σ’ απόδημους συγγενείς και φίλους, εκεί στην ξενητειά, που βγάζουν κι «έχουν ψωμί, μα τους λείπει η γλύκα του ψωμιού» («Ο Χριστός κλπ», σελ. 108). Να θυμάστε: Όσοι από μας βρισκόμαστε στα ξένα ή στις μεγάλες άψυχες πολιτείες του τόπου μας, κάθε Λαμπροχριστούγεννα ο λόγος του ποιητή εκφράζει τα πικρά μας συναισθήματα:
«Πλούσια Πόλη! Δεν ξεχνώ, όσα κι αν δω
Χριστουγενιάτικα δεντρά στις εορτές σου,
Πως, τα Χριστούγεννα, γλεντούν στ’ αγνό χωριό,
Πως λέει ο νιος στην κοπελιά: - … και στις χαρές σου!».
Κι ο Ειρηναίος, ο Κρητικός Χριστιανός, με τον λόγο του θα μας γλυκαίνει τον πόνο και θα ειρηνεύει τις τρικυμισμένες ψυχές μας…..
Έρρωσο, Δεσπότη Άξιε…. !

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης
«Χανιώτικα Νέα», 20 - 4 – 1991

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου